relaxing
re
ri
lax
ˈlæk
lāk
ing
sɪng
sing
relapsingreliving

Ορισμός και σημασία του "relaxing"στα αγγλικά

01

χαλαρωτικό, ηρεμιστικό

helping our body or mind rest 
relaxing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most relaxing
συγκριτικός βαθμός
more relaxing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, well-being, activity
Παραδείγματα
Spending the afternoon by the peaceful lake was relaxing, allowing her to unwind and recharge. 

Το πέρασμα του απογεύματος δίπλα στη γαλήνια λίμνη ήταν χαλαρωτικό, επιτρέποντάς της να χαλαρώσει και να επαναφορτιστεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

relaxing
relax
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store