relaxing
Pronunciation
/rɪˈlæksɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "relaxing"στα αγγλικά

01

χαλαρωτικό, ηρεμιστικό

helping our body or mind rest
relaxing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most relaxing
συγκριτικός βαθμός
more relaxing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The warm, bubbling water in the hot tub was incredibly relaxing, easing tense muscles.
Το ζεστό, φυσαλλιδωτό νερό στο χοτ τάμπ ήταν απίστευτα χαλαρωτικό, ανακουφίζοντας τους τεταμένους μύες.

Λεξικό Δέντρο

relaxing
relax
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store