relaxant
re
ri
lax
ˈlæk
lāk
ant
sənt
sēnt
relevant

Ορισμός και σημασία του "relaxant"στα αγγλικά

01

χαλαρωτικό

a substance or medication that induces a state of relaxation by reducing tension, stress, or muscle activity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
relaxants
Παραδείγματα
The doctor prescribed a muscle relaxant to ease tension in my back. 

Ο γιατρός συνέταξε έναν μυϊκό χαλαρωτικό για να ανακουφίσει την ένταση στην πλάτη μου.

01

χαλαρωτικό, αποσυμπιεστικό

tending to relax or relieve muscular or nervous tension 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most relaxant
συγκριτικός βαθμός
more relaxant
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store