restful
Pronunciation
/ˈɹɛstfəɫ/

Ορισμός και σημασία του "restful"στα αγγλικά

01

χαλαρωτικός, ηρεμιστικός

creating a feeling of relief and calmness both physically and mentally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most restful
συγκριτικός βαθμός
more restful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A restful night's sleep is essential for good health.
Ένας αναπαυτικός ύπνος τη νύχτα είναι απαραίτητος για την καλή υγεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store