Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comforting
01
καθησυχαστικός, ανακουφιστικός
providing a sense of ease, comfort, or relief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most comforting
συγκριτικός βαθμός
more comforting
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, sensation
Παραδείγματα
The warm blanket was comforting on the chilly evening.
Η ζεστή κουβέρτα ήταν καθησυχαστική στο κρύο βράδυ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
comfortingly
comforting
comfort



























