reposeful
re
ri
pose
ˈpəʊz
pewz
ful
fəl
fēl

Ορισμός και σημασία του "reposeful"στα αγγλικά

01

χαλαρωτικό, ηρεμιστικό

inducing a sense of calm and tranquility 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reposeful
συγκριτικός βαθμός
more reposeful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The reposeful sound of the rain outside helped him fall into a deep sleep. 

Ο ηρεμιστικός ήχος της βροχής έξω τον βοήθησε να πέσει σε βαθύ ύπνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store