Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reposeful
01
χαλαρωτικό, ηρεμιστικό
inducing a sense of calm and tranquility
Παραδείγματα
The soft, reposeful music played in the background, enhancing the relaxing ambiance of the room.
Η απαλή, χαλαρωτική μουσική έπαιζε στο παρασκήνιο, ενισχύοντας την χαλαρωτική ατμόσφαιρα του δωματίου.
Λεξικό Δέντρο
reposeful
repose



























