reposeful
re
ρι
pose
ˈpoʊz
πουζ
ful
fəl
φαλ
/ɹɪpˈəʊzfəl/

Ορισμός και σημασία του "reposeful"στα αγγλικά

01

χαλαρωτικό, ηρεμιστικό

inducing a sense of calm and tranquility
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reposeful
συγκριτικός βαθμός
more reposeful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The soft, reposeful music played in the background, enhancing the relaxing ambiance of the room.
Η απαλή, χαλαρωτική μουσική έπαιζε στο παρασκήνιο, ενισχύοντας την χαλαρωτική ατμόσφαιρα του δωματίου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store