Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Repository
01
αποθήκη, αποθετήριο
a place or collection where things are stored for safekeeping
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
repositories
Παραδείγματα
University archives act as the central repository for important records, papers, and data relating to the institution's history.
Τα αρχεία του πανεπιστημίου λειτουργούν ως κεντρικό αποθετήριο για σημαντικά αρχεία, έγγραφα και δεδομένα που σχετίζονται με την ιστορία του ιδρύματος.
02
εκμισθωτής, εμπιστευόμενος
a person to whom a secret is entrusted
03
μαυσωλείο, κρύπτη
a burial vault (usually for some famous person)



























