repository
re
ri
po
ˈpɒ
po
si
zi
to
ry
ri
ri
depository

Ορισμός και σημασία του "repository"στα αγγλικά

01

αποθήκη, αποθετήριο

a place or collection where things are stored for safekeeping 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
repositories
Παραδείγματα
University archives act as the central repository for important records, papers, and data relating to the institution's history. 

Τα αρχεία του πανεπιστημίου λειτουργούν ως κεντρικό αποθετήριο για σημαντικά αρχεία, έγγραφα και δεδομένα που σχετίζονται με την ιστορία του ιδρύματος.

02

εκμισθωτής, εμπιστευόμενος

a person to whom a secret is entrusted 
03

μαυσωλείο, κρύπτη

a burial vault (usually for some famous person) 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store