comforting
com
ˈkʌm
kam
for
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "comforting"στα αγγλικά

comforting
01

καθησυχαστικός, ανακουφιστικός

providing a sense of ease, comfort, or relief 
comforting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most comforting
συγκριτικός βαθμός
more comforting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The warm blanket was comforting on the chilly evening. 

Η ζεστή κουβέρτα ήταν καθησυχαστική στο κρύο βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store