Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comforting
01
καθησυχαστικός, ανακουφιστικός
providing a sense of ease, comfort, or relief
Παραδείγματα
The doctor's comforting words helped alleviate the patient's anxiety about the upcoming surgery.
Οι καθησυχαστικές λέξεις του γιατρού βοήθησαν να ανακουφιστεί το άγχος του ασθενούς για την επερχόμενη εγχείρηση.
Λεξικό Δέντρο
comfortingly
comforting
comfort



























