Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ballast
01
έρμα, βάρος για σταθερότητα
a heavy substance placed in a ship's hull or an airship's tanks to lower its center of gravity and counteract unwanted tilting, rolling, or drifting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ballasts
Παραδείγματα
Naval architects calculated the optimal ballast distribution for maximum stability in rough seas.
Οι ναυπηγοί υπολόγισαν τη βέλτιστη κατανομή του έρματος για μέγιστη σταθερότητα σε τραχιά θάλασσα.
02
μπαλάστ, ηλεκτρικό μπαλάστ
an electrical device used to start and regulate the current in fluorescent or discharge lamps
Παραδείγματα
Technicians installed dimmable ballasts to adjust light intensity.
Οι τεχνικοί εγκατέστησαν ρυθμιζόμενους μπαλαστ για να ρυθμίσουν την ένταση του φωτός.
03
σταθεροποιητής, αντίβαρο
something that provides mental, emotional, or moral stability
Παραδείγματα
Reading philosophy gave him ballast in times of uncertainty.
Η ανάγνωση φιλοσοφίας του έδωσε εξισορρόπηση σε καιρούς αβεβαιότητας.
04
έρμα, θρυμματισμένη πέτρα
crushed stone laid to form a stable foundation for roads or railway tracks
Παραδείγματα
The train 's weight compresses the ballast, improving track stability.
Το βάρος του τρένου συμπιέζει τον στρωτήρα, βελτιώνοντας τη σταθερότητα της τροχιάς.
to ballast
01
εξισορροπώ, σταθεροποιώ
to make something stable or balanced by adding or using ballast, which is a heavy material used to provide stability
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ballast
γ΄ ενικό πρόσωπο
ballasts
ενεστώτα μετοχή
ballasting
απλός αόριστος
ballasted
παθητική μετοχή
ballasted
Παραδείγματα
They ballasted the buoy to ensure it stayed upright in the water.
Εστάθμισαν το σημαδάκι για να διασφαλίσουν ότι θα παραμείνει όρθιο στο νερό.



























