ballast
ba
ˈbæ
llast
ləst
lēst
blast

Ορισμός και σημασία του "ballast"στα αγγλικά

01

έρμα, βάρος για σταθερότητα

a heavy substance placed in a ship's hull or an airship's tanks to lower its center of gravity and counteract unwanted tilting, rolling, or drifting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ballasts
Παραδείγματα
Submarines flood their ballast tanks to dive and pump them out to resurface safely. 

Τα υποβρύχια πλημμυρίζουν τις δεξαμενές έρματος τους για να βουτήξουν και τις αντλούν για να αναδυθούν ασφαλώς.

02

μπαλάστ, ηλεκτρικό μπαλάστ

an electrical device used to start and regulate the current in fluorescent or discharge lamps 
Παραδείγματα
The electrician replaced the faulty ballast in the ceiling light. 

Ο ηλεκτρολόγος αντικατέστησε το ελαττωματικό μπαλάστ στο φωτιστικό οροφής.

03

σταθεροποιητής, αντίβαρο

something that provides mental, emotional, or moral stability 
Παραδείγματα
Her calm judgment served as ballast during the crisis. 

Η ήρεμη κρίση της λειτούργησε ως εξισορροπητής κατά τη διάρκεια της κρίσης.

04

έρμα, θρυμματισμένη πέτρα

crushed stone laid to form a stable foundation for roads or railway tracks 
Παραδείγματα
Workers spread fresh ballast beneath the railway ties. 

Οι εργάτες απλώνουν φρέσκο μπαλάστ κάτω από τις σιδηροδρομικές στρωτήρες.

to ballast
01

εξισορροπώ, σταθεροποιώ

to make something stable or balanced by adding or using ballast, which is a heavy material used to provide stability 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ballast
γ΄ ενικό πρόσωπο
ballasts
ενεστώτα μετοχή
ballasting
απλός αόριστος
ballasted
παθητική μετοχή
ballasted
Παραδείγματα
The crew ballasted the ship to prevent it from tilting in rough seas. 

Το πλήρωμα εξισορρόπησε το πλοίο για να αποτρέψει την κλίση του σε τραχιά θάλασσα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store