Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to play off
01
προσποιούμαι ότι δεν επηρεάζομαι, κρύβω
to pretend not to be affected by a certain emotion or reaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
play
ενεστώτας
play off
γ΄ ενικό πρόσωπο
plays off
ενεστώτα μετοχή
playing off
απλός αόριστος
played off
παθητική μετοχή
played off
Παραδείγματα
She tried to play off her disappointment when she didn't win the award.
Προσπάθησε να καλύψει την απογοήτευσή της όταν δεν κέρδισε το βραβείο.
02
βάζω τον έναν ενάντια στον άλλον, κάνω να ανταγωνιστούν
to set people or teams against each other in competition or rivalry for one's own advantage
Παραδείγματα
The coach will play the two best players off to determine who gets the starting position.
Ο προπονητής θα αντιμετωπίσει τους δύο καλύτερους παίκτες για να καθορίσει ποιος θα πάρει την αρχική θέση.
03
παίζουν αγώνα νοκ άουτ, παίζουν πλέι οφ
to compete in an extra game to decide the winner of a tied competition
Παραδείγματα
Because they had the same points at the end of the season, the teams had to play it off to see who would advance.
Επειδή είχαν τους ίδιους πόντους στο τέλος της σεζόν, οι ομάδες έπρεπε να παίξουν πλέι οφ για να δουν ποιος θα προχωρούσε.
play off
01
ελεύθερο από πάγο και ανοιχτό για ταξίδι, καθαρό και περνιέται
free of ice and open to travel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most play off
συγκριτικός βαθμός
more play off
διαβαθμίσιμο



























