Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accommodate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accommodate
γ΄ ενικό πρόσωπο
accommodates
ενεστώτα μετοχή
accommodating
απλός αόριστος
accommodated
παθητική μετοχή
accommodated
Παραδείγματα
The innkeeper arranged rooms to accommodate the visiting family.
Ο πανδοκέας διέταξε τα δωμάτια για να φιλοξενήσει την επισκεπτόμενη οικογένεια.
02
φιλοξενώ, χωράω
to have enough space for someone or something
Transitive: to accommodate sb/sth
Παραδείγματα
The conference room can accommodate up to 50 participants for the meeting.
Η αίθουσα συνεδρίων μπορεί να φιλοξενήσει έως και 50 συμμετέχοντες για τη συνάντηση.
Παραδείγματα
During tough times, friends often accommodate each other by offering emotional support.
Σε δύσκολες στιγμές, οι φίλοι συχνά βοηθούν ο ένας τον άλλον προσφέροντας συναισθηματική υποστήριξη.
04
λαμβάνω υπόψη, προσαρμόζω
to consider something and possibly make adjustments based on it
Transitive: to accommodate a specific need
Παραδείγματα
The teacher decided to accommodate the students' learning preferences by incorporating more visual aids in her lessons.
Ο δάσκαλος αποφάσισε να λαμβάνει υπόψη τις προτιμήσεις μάθησης των μαθητών ενσωματώνοντας περισσότερα οπτικά βοηθήματα στα μαθήματά της.
Παραδείγματα
After the merger, the team had to accommodate to the new company culture quickly.
Μετά τη συγχώνευση, η ομάδα έπρεπε να προσαρμοστεί γρήγορα στη νέα κουλτούρα της εταιρείας.
Λεξικό Δέντρο
accommodating
accommodation
accommodative
accommodate
accommod



























