Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conform
01
συμμορφώνομαι, συμμορφώνω
to be or act in accordance with a rule, standard, etc.
Intransitive: to conform to a rule or regulation
Παραδείγματα
Students are expected to conform to the school's dress code.
Αναμένεται οι μαθητές να συμμορφώνονται με τον κώδικα ενδυμασίας του σχολείου.
02
συμμορφώνομαι, είμαι σύμφωνος
to be similar to or in accordance with something
Intransitive: to conform to sth
Παραδείγματα
The new design of the product conforms to the latest industry trends and consumer preferences.
Ο νέος σχεδιασμός του προϊόντος συμμορφώνεται με τις τελευταίες τάσεις της βιομηχανίας και τις προτιμήσεις των καταναλωτών.
03
συμμορφώνομαι, προσαρμόζομαι
to adjust oneself in order to align with new or different circumstances or expectations
Intransitive: to conform to a circumstance or expectation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conform
γ΄ ενικό πρόσωπο
conforms
ενεστώτα μετοχή
conforming
απλός αόριστος
conformed
παθητική μετοχή
conformed
Παραδείγματα
She felt pressured to conform to the fashion trends of her peers.
Αισθάνθηκε πίεση να συμμορφωθεί με τις τάσεις μόδας των συνομηλίκων της.
Λεξικό Δέντρο
conformable
conformance
conforming
conform



























