Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conformation
01
διαμόρφωση, χωρική διαμόρφωση
any spatial attributes (especially as defined by outline)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conformations
02
διαμόρφωση, δομή
the structure and positioning of all the physical components that make up an organism or object
Παραδείγματα
The sculpture's intricate conformation was achieved through the careful symmetrical placement of each carved piece.
Η περίπλοκη δομή του γλυπτού επιτεύχθηκε μέσω της προσεκτικής συμμετρικής τοποθέτησης κάθε σκαλιστής πιεσίας.
03
συμμόρφωση, τήρηση των κανόνων
behaving or performing in a manner that aligns with norms, conventions or rules
Παραδείγματα
New recruits must demonstrate proper military conformation by strictly adhering to protocols like saluting superiors.
Οι νέοι στρατευόμενοι πρέπει να επιδεικνύουν σωστή στρατιωτική συμμόρφωση τηρώντας αυστηρά πρωτόκολλα όπως το χαιρετισμό των ανωτέρων.



























