Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conformance
01
συμμόρφωση
the act of following or obeying the rules of something particular
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nonconformance
conformance
conform



























