Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
confounded
01
σαστισμένος, μπερδεμένος
feeling bewildered or perplexed, often due to something unexpected or difficult to understand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most confounded
συγκριτικός βαθμός
more confounded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, cognition, experience
Παραδείγματα
She was confounded by the contradictory answers she received.
Ήταν σαστισμένη από τις αντιφατικές απαντήσεις που έλαβε.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
confoundedly
confounded
confound



























