confounded
con
kən
kēn
foun
ˈfaʊn
fawn
ded
dɪd
did
compounded

Ορισμός και σημασία του "confounded"στα αγγλικά

confounded
01

σαστισμένος, μπερδεμένος

feeling bewildered or perplexed, often due to something unexpected or difficult to understand 
confounded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most confounded
συγκριτικός βαθμός
more confounded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, cognition, experience
Παραδείγματα
She was confounded by the contradictory answers she received. 

Ήταν σαστισμένη από τις αντιφατικές απαντήσεις που έλαβε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

confoundedly
confounded
confound
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store