Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accommodating
01
βοηθητικός, εξυπηρετικός
eager or willing to help others
02
προσαρμοστικός, εξυπηρετικός
helpful in bringing about a harmonious adaptation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accommodating
συγκριτικός βαθμός
more accommodating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, interaction, adaptation
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
accommodatingly
unaccommodating
accommodating
accommodate
accommod



























