Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nod
01
γνέφω, κουνάω το κεφάλι καταφατικά
to move one's head up and down as a sign of agreement, understanding, or greeting
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
nod
γ΄ ενικό πρόσωπο
nods
ενεστώτα μετοχή
nodding
απλός αόριστος
nodded
παθητική μετοχή
nodded
Παραδείγματα
The teacher nodded approvingly at the student's answer.
Ο δάσκαλος κούνησε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του στην απάντηση του μαθητή.
1.1
γνέφω, κουνάω το κεφάλι
to show agreement, acknowledgment, or greeting by moving the head up and down
Transitive: to nod one's greeting or attitude
Παραδείγματα
He nodded a quick hello to his friend across the room.
Έκανε ένα γρήγορο νεύμα στον φίλο του απέναντι από το δωμάτιο.
02
νευριάζω από τον ύπνο, κουνάω το κεφάλι λόγω υπνηλίας
to allow the head to droop forward as one becomes sleepy
Intransitive
Παραδείγματα
The monotonous music made him nod in his seat.
Η μονότονη μουσική τον έκανε να γνέφει στο κάθισμά του.
03
γέρνω, κλίνω
to lean or tilt from an upright position
Intransitive
Παραδείγματα
The unbalanced stack of boxes nodded, threatening to tumble down.
Η ανισορροπημένη στοίβα από κουτιά γκέλιασε, απειλώντας να καταρρεύσει.
Nod
01
νεύμα, κίνηση του κεφαλιού προς τα κάτω
the action of moving the head up and down
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nods
Παραδείγματα
He responded with a nod rather than words.
Απάντησε με ένα νεύμα αντί για λόγια.
02
σημάδι αναγνώρισης, κλείσιμο ματιού
a sign or gesture showing respect, recognition, or a small tribute to something
Παραδείγματα
The painting has a nod to Renaissance art.
Ο πίνακας έχει ένα νεύμα προς την τέχνη της Αναγέννησης.



























