Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
muddy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
muddiest
συγκριτικός βαθμός
muddier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After the rain, the backyard became muddy and difficult to walk through.
Μετά τη βροχή, η πίσω αυλή έγινε λασπωμένη και δύσκολο να διασχίσεις.
02
θαμπός, μικτός
having a dull or mixed color
Παραδείγματα
The painter used muddy colors, making the artwork appear lifeless.
Ο ζωγράφος χρησιμοποίησε θαμπά χρώματα, κάνοντας το έργο τέχνης να φαίνεται άψυχο.
03
μπερδεμένος, σαστισμένος
having unclear or confusing ideas
Παραδείγματα
The speaker's muddy explanations left the audience puzzled and unsure about the topic
Οι σαθρές εξηγήσεις του ομιλητή άφησαν το κοινό σε σύγχυση και αβεβαιότητα για το θέμα.
Παραδείγματα
The recording had a muddy sound, obscuring the lyrics.
Η ηχογράφηση είχε ένα θολό ήχο, που επισκίαζε τους στίχους.
to muddy
01
λασπώνω, βρομίζω
to cause something to become dirty, often by adding mud
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
muddy
γ΄ ενικό πρόσωπο
muddies
ενεστώτα μετοχή
muddying
απλός αόριστος
muddied
παθητική μετοχή
muddied
Παραδείγματα
Heavy rains can muddy the river, making it unsafe for swimming.
Οι ισχυρές βροχές μπορούν να λασπώσουν το ποτάμι, καθιστώντας το επικίνδυνο για κολύμβηση.
02
θολώνω, κάνω δυσνόητο
to make something unclear or difficult to understand
Transitive: to muddy sth
Παραδείγματα
Introducing too many technical terms can muddy the explanation for those who are not familiar with the subject.
Η εισαγωγή πολλών τεχνικών όρων μπορεί να θολώσει την εξήγηση για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με το θέμα.
Λεξικό Δέντρο
muddiness
muddy
mud



























