Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
muddy
Παραδείγματα
The car got stuck in the muddy driveway, requiring assistance to get out.
Το αυτοκίνητο κόλλησε στο λασπωμένο δρόμο, χρειάστηκε βοήθεια για να βγει.
02
θαμπός, μικτός
having a dull or mixed color
Παραδείγματα
The old carpet had a muddy hue that made the entire room feel dull.
Το παλιό χαλί είχε μια λασπώδη απόχρωση που έκανε ολόκληρο το δωμάτιο να φαίνεται θαμπό.
03
μπερδεμένος, σαστισμένος
having unclear or confusing ideas
Παραδείγματα
His muddy reasoning made it hard to follow his logic in the discussion.
Ο μπερδεμένος συλλογισμός του έκανε δύσκολο να ακολουθήσει κανείς τη λογική του στη συζήτηση.
Παραδείγματα
The mix felt muddy, with no instrument standing out.
Το μίξ ακουγόταν θολό, χωρίς κανένα όργανο να ξεχωρίζει.
to muddy
01
λασπώνω, βρομίζω
to cause something to become dirty, often by adding mud
Παραδείγματα
Overwatering the plants can muddy the soil, making it difficult for roots to breathe.
Η υπερπότιση των φυτών μπορεί να λασπώσει το έδαφος, δυσκολεύοντας τις ρίζες να αναπνεύσουν.
02
θολώνω, κάνω δυσνόητο
to make something unclear or difficult to understand
Transitive: to muddy sth
Παραδείγματα
The introduction of irrelevant details muddied the story, making it hard for listeners to follow the main plot.
Η εισαγωγή άσχετων λεπτομερειών θόλωσε την ιστορία, καθιστώντας δύσκολο για τους ακροατές να ακολουθήσουν την κύρια πλοκή.
Λεξικό Δέντρο
muddiness
muddy
mud



























