Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Muddle
01
ακαταστασία, σύγχυση
a state of confusion or disorder characterized by a mixture of things that are not clearly organized or understood
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
muddles
Παραδείγματα
The new employee faced a muddle of instructions on their first day.
Ο νέος εργαζόμενος αντιμετώπισε ένα χάος από οδηγίες την πρώτη του μέρα.
02
ακαταστασία, σύγχυση
informal terms for a difficult situation
to muddle
01
ανακατεύω, μπερδεύω
to mix something together or cause confusion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
muddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
muddles
ενεστώτα μετοχή
muddling
απλός αόριστος
muddled
παθητική μετοχή
muddled
02
θολώνω, λασπώνω
to make something muddy or turbid
LanGeek



























