muddle
Pronunciation
/ˈmədəɫ/

Ορισμός και σημασία του "muddle"στα αγγλικά

01

ακαταστασία, σύγχυση

a state of confusion or disorder characterized by a mixture of things that are not clearly organized or understood
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
muddles
Παραδείγματα
The project 's timeline was in a muddle due to unexpected delays.
Ο χρονοδιάγραμμα του έργου ήταν σε ακαταστασία λόγω απροσδόκητων καθυστερήσεων.
02

ακαταστασία, σύγχυση

informal terms for a difficult situation
to muddle
01

ανακατεύω, μπερδεύω

to mix something together or cause confusion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
muddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
muddles
ενεστώτα μετοχή
muddling
απλός αόριστος
muddled
παθητική μετοχή
muddled
02

θολώνω, λασπώνω

to make something muddy or turbid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store