Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ambiguous
01
ασαφής, διφορούμενος
unclear and not precisely stated or defined
Παραδείγματα
The movie's ending was ambiguous, leaving the audience with more questions than answers.
Το τέλος της ταινίας ήταν ασαφές, αφήνοντας το κοινό με περισσότερες ερωτήσεις παρά απαντήσεις.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ambiguous
συγκριτικός βαθμός
more ambiguous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
meaning, language, interpretation
Παραδείγματα
The term “investment” can be ambiguous in different financial contexts.
Ο όρος "επένδυση" μπορεί να είναι ασαφής σε διαφορετικά οικονομικά πλαίσια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ambiguously
unambiguous
ambiguous
ambigu



























