Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ambiguous
01
ασαφής, διφορούμενος
unclear and not precisely stated or defined
Παραδείγματα
His ambiguous statement left everyone unsure of his position on the issue.
Η ασαφής δήλωσή του άφησε όλους αβέβαιους για τη θέση του στο θέμα.
Παραδείγματα
The lawyer pointed out the ambiguous clause in the contract, suggesting it could be interpreted in more than one way.
Ο δικηγόρος επισήμανε την ασαφή ρήτρα στη σύμβαση, προτείνοντας ότι θα μπορούσε να ερμηνευτεί με περισσότερους από έναν τρόπους.
Λεξικό Δέντρο
ambiguously
unambiguous
ambiguous
ambigu



























