Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ambiguously
01
αμφίσημα, με ασαφή τρόπο
in a way that is unclear, open to multiple interpretations, or lacking definite meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The statement was written ambiguously, causing confusion among readers.
Η δήλωση γράφτηκε διφορούμενα, προκαλώντας σύγχυση στους αναγνώστες.
Λεξικό Δέντρο
unambiguously
ambiguously
ambiguous
ambigu



























