dodgy
do
ˈdɒ
do
dgy
ʤi
ji
doggy

Ορισμός και σημασία του "dodgy"στα αγγλικά

01

ύποπτος, αναξιόπιστος

not trustworthy or reliable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dodgiest
συγκριτικός βαθμός
dodgier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I don't trust him; he seems a bit dodgy with his evasive answers. 

Δεν τον εμπιστεύομαι· φαίνεται λίγο ύποπτος με τις διφορούμενες απαντήσεις του.

02

αμφίβολος, επικίνδυνος

involving danger, risk, or uncertainty 

Λεξικό Δέντρο

dodgy
dodge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store