Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mend
01
επισκευάζω, μπογιατεύω
to fix something that is damaged or broken so it can work or be used again
Transitive: to mend something broken or damaged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mend
γ΄ ενικό πρόσωπο
mends
ενεστώτα μετοχή
mending
απλός αόριστος
mended
παθητική μετοχή
mended
Παραδείγματα
The tailor will mend the torn seam of the dress to make it wearable again.
Ο ράφτης θα επισκευάσει τη σχισμένη ραφή του φορέματος για να γίνει και πάλι φορετό.
02
θεραπεύομαι, αναρρώνω
(of the person's body) to get restored to its previous state
Transitive: to mend an injury or health problem
Παραδείγματα
The doctor prescribed medication and advised plenty of rest to help mend the patient's strained muscles.
Ο γιατρός συνέταξε φάρμακα και συμβούλευσε πολλή ξεκούραση για να βοηθήσει στην επιδιόρθωση των τεντωμένων μυών του ασθενούς.
03
επιδιορθώνω, διευθετώ
to resolve a dispute or problem
Transitive: to mend a dispute
Παραδείγματα
The couple sought counseling to mend their relationship after a series of arguments and misunderstandings.
Το ζευγάρι αναζήτησε συμβουλευτική για να επισκευάσει τη σχέση τους μετά από μια σειρά διαφωνιών και παρεξηγήσεων.
Mend
01
μπάλωμα, επισκευή
a repair made by sewing or patching on a garment or fabric
Παραδείγματα
She made a mend on the torn sleeve of her shirt.
Έκανε ένα μπάλωμα στο σκισμένο μανίκι του πουκάμισου της.
02
επισκευή, αποκατάσταση
the action or process of restoring something to working order or good condition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mends
Παραδείγματα
The car is in for a mend after the accident.
Το αυτοκίνητο είναι σε επισκευή μετά το ατύχημα.
Λεξικό Δέντρο
mender
mending
mend



























