Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mend
01
επισκευάζω, μπογιατεύω
to fix something that is damaged or broken so it can work or be used again
Transitive: to mend something broken or damaged
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mend
γ΄ ενικό πρόσωπο
mends
ενεστώτα μετοχή
mending
απλός αόριστος
mended
παθητική μετοχή
mended
Παραδείγματα
The carpenter will mend the cracked wooden door by reinforcing it with additional support.
Ο ξυλουργός θα επισκευάσει την ραγισμένη ξύλινη πόρτα ενισχύοντάς την με επιπλέον στήριξη.
02
θεραπεύομαι, αναρρώνω
(of the person's body) to get restored to its previous state
Transitive: to mend an injury or health problem
Παραδείγματα
By adopting a healthier lifestyle and quitting smoking, he hoped to mend his lung.
Με την υιοθέτηση ενός υγιέστερου τρόπου ζωής και την διακοπή του καπνίσματος, ήλπιζε να επισκευάσει τους πνεύμονές του.
03
επιδιορθώνω, διευθετώ
to resolve a dispute or problem
Transitive: to mend a dispute
Παραδείγματα
The therapist helped the family mend their communication breakdowns and rebuild trust after years of estrangement.
Ο θεραπευτής βοήθησε την οικογένεια να επιδιορθώσει τις επικοινωνιακές της διακοπές και να ανοικοδομήσει την εμπιστοσύνη μετά από χρόνια αποξένωσης.
Mend
01
μπάλωμα, επισκευή
a repair made by sewing or patching on a garment or fabric
Παραδείγματα
The coat had several mends from years of wear.
Το παλτό είχε αρκετές μπογιές μετά από χρόνια χρήσης.
02
επισκευή, αποκατάσταση
the action or process of restoring something to working order or good condition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mends
Παραδείγματα
A temporary mend was applied to the leaking pipe.
Εφαρμόστηκε μια προσωρινή επισκευή στο σωλήνα που διαρρέει.
Λεξικό Δέντρο
mender
mending
mend



























