Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to measure up
01
ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες, είμαι στο ύψος των περιστάσεων
to meet or exceed the established requirements or expectations in terms of quality, performance, or achievement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
measure
ενεστώτας
measure up
γ΄ ενικό πρόσωπο
measures up
ενεστώτα μετοχή
measuring up
απλός αόριστος
measured up
παθητική μετοχή
measured up
Παραδείγματα
The team's performance didn't measure up to the coach's standards last season.
Η απόδοση της ομάδας δεν ανταποκρίθηκε στα στάνταρντ του προπονητή την περασμένη σεζόν.
02
μετρώ, καθορίζω τις διαστάσεις
to determine the physical dimensions or size of something or someone
Παραδείγματα
She always measures up the ingredients before baking a cake.
Πάντα μετρά τα υλικά πριν ψήσει ένα κέικ.
03
αξιολογώ, μετρώ
to assess someone's character, skills, or potential by carefully observing them
Παραδείγματα
The interviewer measured the candidate up as she talked about her experience.
Ο συνενviewer αξιολόγησε την υποψήφια καθώς μιλούσε για την εμπειρία της.



























