Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lard
01
χοιρινό λίπος, λάρδι
a soft white solid substance that is obtained from melting the fatty parts of a hog, used in cooking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He discovered that lard has a higher smoke point compared to other fats.
Ανακάλυψε ότι το λαρδί έχει υψηλότερο σημείο καπνού σε σύγκριση με άλλα λίπη.
to lard
01
αλείφω με λίπος, επικαλύπτω με λίπος
to spread or coat something with lard or a similar fat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lard
γ΄ ενικό πρόσωπο
lards
ενεστώτα μετοχή
larding
απλός αόριστος
larded
παθητική μετοχή
larded
Παραδείγματα
She lards the pie crust with a thin layer of melted butter for added richness.
Εκείνη λαδώνει την κρούστα της πίτας με ένα λεπτό στρώμα λιωμένου βουτύρου για επιπλέον πλούτο.
02
διακοσμώ, προσθέτω λεπτομέρειες
add details to



























