Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kohlrabi
01
το κολοκυθάκι, η κολόκυθα
the edible swollen stem of a plant of the cabbage family, used in cooking or salads
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kohlrabies
Παραδείγματα
The party guests were intrigued by the kohlrabi slices on the appetizer platter.
Οι καλεσμένοι στο πάρτι ενδιαφέρθηκαν για τις φέτες κohlrabi στο πιάτο με ορεκτικά.
02
κολράμπι, κράμβη ραπανιού
plant cultivated for its enlarged fleshy turnip-shaped edible stem



























