non compos mentis, μη σώφρων
non sequitur,παράλογο συμπέρασμα
μη επίθεση,σύμφωνο μη επίθεσης
μη δυαδικό
αόριστος,μη δεσμευτικός
αποφευκτικά, αόριστα
μη συμμόρφωση,ανυπακοή
μη συμμορφούμενος,ανυπότακτος • μη συμμορφούμενος,πεισματάρης
μετρήσιμο ουσιαστικό,ουσιαστικό χωρίς πληθυντικό
μη οριστικός,μη ουσιαστικός
συμφωνία μη αποκάλυψης,σύμβαση εμπιστευτικότητας
μη λογοτεχνία
μη πεπερασμένος,απαρέμφατο
μη πεπερασμένο ρήμα,απαρέμφατο
όχι πανομοιότυπος,διαφορετικός
μη παρέμβαση,πολιτική μη παρέμβασης
μη παρεμβατικός,ουδέτερος
μη αντιστρέψιμος
μη γηγενής,μη ιθαγενής
μη τήρηση,παράβαση
μη-παίκτης χαρακτήρας,NPC
μη επιστρεπτέα,χωρίς δυνατότητα επιστροφής χρημάτων
μη κατοικίας,μη κατοικητικός
μη απλή καμπύλη,αυτοτεμνόμενη καμπύλη
μη καπνιστής,απαγορεύεται το κάπνισμα
μη τυποποιημένο,αποκλίνον από το πρότυπο
απελπισμένη περίπτωση,έργο καταδικασμένο στην αποτυχία
μη κολλητικός,αντικολλητικός
μη εθιστικό
ενενηντάχρονος,άτομο ηλικίας 90 έως 99 ετών • ενενηντάχρονος,σε ηλικία μεταξύ ενενήντα και ενενήντα εννέα ετών
εννεάγωνο,εννεάπλευρο
εννεάεδρο,εννεαεδρικό σχήμα
μη αλκοολούχο,χωρίς αλκοόλ
απαρτία, απουσία
μη ανθρακούχο,χωρίς φυσαλίδες
περίσταση,παρούσα στιγμή
περιστασιακή λέξη,εφήμερη νεολογία
αδιαφορία, αμέριμνη συμπεριφορά
αδιάφορος, ήρεμος
αδιάφορα,με απερισκεψία
μη πολίτης,αλλοδαπός
μη μαχόμενος,μη μαχόμενο προσωπικό • μη μαχόμενος,μη πολεμιστής
απροσδιόριστος,αποφευκτικός
μη αγώγιμο,μονωτής
μη συμμορφούμενος,διαφωνών • μη συμμορφούμενος
μη συμμόρφωση
αμφιλεγόμενος,λίγο αμφιλεγόμενος
μη κρίσιμος,ασήμαντος
μη κρίσιμος,λίγης σημασίας
ασήμαντος,κοινός • ένας ασήμαντος άνθρωπος,ένα άτομο χωρίς διακριτικά χαρακτηριστικά
κανένας,τίποτα • έννατη ώρα,νόνα • κανένας,καμία • κανένας,τίποτα
δεν αφορά κανέναν
όχι αντιμιλίες
να μη γίνει σοφότερος
μη ανθρακούχο,χωρίς ανθρακικό
μηδενικό,άτομο χωρίς σημασία
μη απαραίτητο,περιττό • μη ουσιαστικός,περιττός
νονέτο,μουσικό κομμάτι γραμμένο για εννέα τραγουδιστές ή όργανα
παρ' όλα αυτά,ωστόσο
ανύπαρκτος,που δεν υπάρχει
μη μυθοπλασία,λογοτεχνία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα
μη εικονιστικός,αφηρημένος
άγευστος,χωρίς προσθήκη γεύσης
μη λειτουργικός
μη κοινωνικός,μοναχικός
αυστηρός,αμείλικτος
μη εισβατική,μη διεισδυτική
μη γραμμικό,απρόβλεπτο
μη γραμμική αφήγηση,μη χρονολογική αφήγηση
μη κυριολεκτικός,μεταφορικός
άυλος,μη υλικός
χωρίς νόημα,ασήμαντος
μη κρεατικός,χωρίς κρέας
ακίνητος,στάσιμος
μη αντικειμενικός,αφηρημένος
νόμπαρελ,ζαχαρόψιχα • ασύγκριτος,απαράμιλλος
ανεξάρτητος,μη κομματικός • ανεξάρτητος,απολιτικ
μη φθαρτός,ανθεκτικός
άυλος,μη φυσικός
μπερδεύω,συγχύζω
σαστισμένος,μπερδεμένος
χωρίς συνταγή, διαθέσιμο χωρίς συνταγή
μη κερδοσκοπικός οργανισμός,οργανισμός μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα • μη κερδοσκοπικός,χωρίς κερδοσκοπικό σκοπό
μη ανανεώσιμος,ανανεώσιμος
μη αναπαραστατικός,αφηρημένος
μη κάτοικος,μη μόνιμος κάτοικος • μη κάτοικος,άτομο που δεν ζει ή δεν εγκαθίσταται σε μια συγκεκριμένη περιοχή
ανοησία, ασυναρτησία • παράλογος,άσκοπος
ασυναρτησία ποίηση,παράλογη ποίηση
παράλογος,άσκοπος
μη σοβαρός,ασήμαντος
αδιάκοπος,χωρίς διακοπή • αδιάκοπα, συνεχώς • άμεση πτήση
απευθείας πτήση
αντικειμενικός,αμερόληπτος
μη παραδοσιακός,ασυνήθιστος
μη λεκτική επικοινωνία,επικοινωνία χωρίς λόγια