non compos mentisnonviolence
από 13
non compos mentisnonviolence
non compos mentis[adj]

non compos mentis, μη σώφρων

non sequitur[n]

non sequitur,παράλογο συμπέρασμα

non-aggression[n]

μη επίθεση,σύμφωνο μη επίθεσης

non-binary[adj]

μη δυαδικό

non-committal[adj]

αόριστος,μη δεσμευτικός

non-committally[adv]

αποφευκτικά, αόριστα

non-compliance[n]

μη συμμόρφωση,ανυπακοή

non-compliant[n][adj]

μη συμμορφούμενος,ανυπότακτος • μη συμμορφούμενος,πεισματάρης

non-count noun[n]

μετρήσιμο ουσιαστικό,ουσιαστικό χωρίς πληθυντικό

non-defining[adj]

μη οριστικός,μη ουσιαστικός

non-disclosure agreement[n]

συμφωνία μη αποκάλυψης,σύμβαση εμπιστευτικότητας

non-fiction[n]

μη λογοτεχνία

non-finite[adj]

μη πεπερασμένος,απαρέμφατο

non-finite verb[n]

μη πεπερασμένο ρήμα,απαρέμφατο

non-identical[adj]

όχι πανομοιότυπος,διαφορετικός

non-intervention[n]

μη παρέμβαση,πολιτική μη παρέμβασης

non-interventionist[adj]

μη παρεμβατικός,ουδέτερος

non-invertible[adj]

μη αντιστρέψιμος

non-marking[adj]
non-native[adj]

μη γηγενής,μη ιθαγενής

non-observance[n]

μη τήρηση,παράβαση

non-player character[n]

μη-παίκτης χαρακτήρας,NPC

non-refundable[adj]

μη επιστρεπτέα,χωρίς δυνατότητα επιστροφής χρημάτων

non-residential[adj]

μη κατοικίας,μη κατοικητικός

non-simple curve[n]

μη απλή καμπύλη,αυτοτεμνόμενη καμπύλη

non-smoking[adj]

μη καπνιστής,απαγορεύεται το κάπνισμα

non-specialist[n]
non-standard[adj]

μη τυποποιημένο,αποκλίνον από το πρότυπο

non-starter[n]

απελπισμένη περίπτωση,έργο καταδικασμένο στην αποτυχία

non-stick[adj]

μη κολλητικός,αντικολλητικός

nonaddictive[adj]

μη εθιστικό

nonagenarian[n][adj]

ενενηντάχρονος,άτομο ηλικίας 90 έως 99 ετών • ενενηντάχρονος,σε ηλικία μεταξύ ενενήντα και ενενήντα εννέα ετών

nonagon[n]

εννεάγωνο,εννεάπλευρο

nonahedron[n]

εννεάεδρο,εννεαεδρικό σχήμα

nonalcoholic[adj]

μη αλκοολούχο,χωρίς αλκοόλ

nonattendance[n]

απαρτία, απουσία

noncarbonated[adj]

μη ανθρακούχο,χωρίς φυσαλίδες

nonce[n]

περίσταση,παρούσα στιγμή

nonce word[n]

περιστασιακή λέξη,εφήμερη νεολογία

nonchalance[n]

αδιαφορία, αμέριμνη συμπεριφορά

nonchalant[adj]

αδιάφορος, ήρεμος

nonchalantly[adv]

αδιάφορα,με απερισκεψία

noncitizen[n]

μη πολίτης,αλλοδαπός

noncombatant[n][adj]

μη μαχόμενος,μη μαχόμενο προσωπικό • μη μαχόμενος,μη πολεμιστής

noncommittal[adj]

απροσδιόριστος,αποφευκτικός

nonconductor[n]

μη αγώγιμο,μονωτής

nonconformist[n][adj]

μη συμμορφούμενος,διαφωνών • μη συμμορφούμενος

nonconformity[n]

μη συμμόρφωση

noncontroversial[adj]

αμφιλεγόμενος,λίγο αμφιλεγόμενος

noncritical[adj]

μη κρίσιμος,ασήμαντος

noncrucial[adj]

μη κρίσιμος,λίγης σημασίας

nondescript[adj][n]

ασήμαντος,κοινός • ένας ασήμαντος άνθρωπος,ένα άτομο χωρίς διακριτικά χαρακτηριστικά

none[adv][n][det][pron]

κανένας,τίποτα • έννατη ώρα,νόνα • κανένας,καμία • κανένας,τίποτα

none of business[phrase]

δεν αφορά κανέναν

none of lip[phrase]

όχι αντιμιλίες

none other than[phrase]
none the wiser[phrase]

να μη γίνει σοφότερος

noneffervescent[adj]

μη ανθρακούχο,χωρίς ανθρακικό

nonentity[n]

μηδενικό,άτομο χωρίς σημασία

nonessential[n][adj]

μη απαραίτητο,περιττό • μη ουσιαστικός,περιττός

nonet[n]

νονέτο,μουσικό κομμάτι γραμμένο για εννέα τραγουδιστές ή όργανα

nonetheless[adv]

παρ' όλα αυτά,ωστόσο

nonexistent[adj]

ανύπαρκτος,που δεν υπάρχει

nonfiction[n]

μη μυθοπλασία,λογοτεχνία βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα

nonfigurative[adj]

μη εικονιστικός,αφηρημένος

nonflavored[adj]

άγευστος,χωρίς προσθήκη γεύσης

nonfunctional[adj]

μη λειτουργικός

nongregarious[adj]

μη κοινωνικός,μοναχικός

nonindulgent[adj]

αυστηρός,αμείλικτος

noninvasive[adj]

μη εισβατική,μη διεισδυτική

nonlinear[adj]

μη γραμμικό,απρόβλεπτο

nonlinear narrative[n]

μη γραμμική αφήγηση,μη χρονολογική αφήγηση

nonliteral[adj]

μη κυριολεκτικός,μεταφορικός

nonmaterial[adj]

άυλος,μη υλικός

nonmeaningful[adj]

χωρίς νόημα,ασήμαντος

nonmeat[adj]

μη κρεατικός,χωρίς κρέας

nonmember[n]
nonmoving[adj]

ακίνητος,στάσιμος

nonobjective[adj]

μη αντικειμενικός,αφηρημένος

nonpareil[n][adj]

νόμπαρελ,ζαχαρόψιχα • ασύγκριτος,απαράμιλλος

nonpartisan[n][adj]

ανεξάρτητος,μη κομματικός • ανεξάρτητος,απολιτικ

nonperishable[adj]

μη φθαρτός,ανθεκτικός

nonphysical[adj]

άυλος,μη φυσικός

nonplus[v]

μπερδεύω,συγχύζω

nonplussed[adj]

σαστισμένος,μπερδεμένος

nonprescription[adj]

χωρίς συνταγή, διαθέσιμο χωρίς συνταγή

nonprofit[n][adj]

μη κερδοσκοπικός οργανισμός,οργανισμός μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα • μη κερδοσκοπικός,χωρίς κερδοσκοπικό σκοπό

nonrenewable[adj]

μη ανανεώσιμος,ανανεώσιμος

nonrepresentational[adj]

μη αναπαραστατικός,αφηρημένος

nonresident[adj][n]

μη κάτοικος,μη μόνιμος κάτοικος • μη κάτοικος,άτομο που δεν ζει ή δεν εγκαθίσταται σε μια συγκεκριμένη περιοχή

nonsense[n][adj]

ανοησία, ασυναρτησία • παράλογος,άσκοπος

nonsense verse[n]

ασυναρτησία ποίηση,παράλογη ποίηση

nonsensical[adj]

παράλογος,άσκοπος

nonserious[adj]

μη σοβαρός,ασήμαντος

nonstop[adj][adv][n]

αδιάκοπος,χωρίς διακοπή • αδιάκοπα, συνεχώς • άμεση πτήση

nonstop flight[n]

απευθείας πτήση

nonsubjective[adj]

αντικειμενικός,αμερόληπτος

nontraditional[adj]

μη παραδοσιακός,ασυνήθιστος

nonverbal communication[n]

μη λεκτική επικοινωνία,επικοινωνία χωρίς λόγια

nonviolence[n]
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή