Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
non-interventionist
01
μη παρεμβατικός, ουδέτερος
avoiding involvement in the conflicts or affairs of other countries
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most non-interventionist
συγκριτικός βαθμός
more non-interventionist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The country remained non-interventionist despite pressure from allies.
Η χώρα παρέμεινε μη παρεμβατική παρά την πίεση των συμμάχων.



























