Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
non-committal
01
αόριστος, μη δεσμευτικός
not expressing one's definite opinion or intention clearly, especially in an argument
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most non-committal
συγκριτικός βαθμός
more non-committal
διαβαθμίσιμο



























