Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonresident
01
μη κάτοικος, μη μόνιμος κάτοικος
not living in a particular place or owned by permanent residents
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Nonresident
01
μη κάτοικος, άτομο που δεν ζει ή δεν εγκαθίσταται σε μια συγκεκριμένη περιοχή
an individual not living or settled in a particular area
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nonresidents
Παραδείγματα
The town hall meeting was surprisingly attended by several nonresidents interested in the topic.
Η συνάντηση του δημαρχείου παρακολουθήθηκε εκπληκτικά από αρκετούς μη κατοίκους που ενδιαφέρονταν για το θέμα.
Λεξικό Δέντρο
nonresident
resident
reside



























