Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonrenewable
01
μη ανανεώσιμος, αντικατάστατος
(of a natural resource or source of energy) existing in limited amounts and not replaceable after being used
Παραδείγματα
Oil is a nonrenewable resource that will eventually run out if we continue to use it at the current rate.
Το πετρέλαιο είναι ένας μη ανανεώσιμος πόρος που τελικά θα εξαντληθεί αν συνεχίσουμε να τον χρησιμοποιούμε με τον τρέχοντα ρυθμό.
02
μη ανανεώσιμος, ανανεώσιμος
not capable of being renewed, restored, or replenished
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonrenewable
συγκριτικός βαθμός
more nonrenewable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The contract was nonrenewable.
Το συμβόλαιο ήταν μη ανανεώσιμο.
Λεξικό Δέντρο
nonrenewable
renewable
renew



























