nonsense
non
ˈnɒn
non
sense
səns
sēns

Ορισμός και σημασία του "nonsense"στα αγγλικά

01

Ανοησίες, Ασυναρτησίες

used to express disagreement, disbelief, or rejection of a statement, claim, or idea 
nonsense definition and meaning
Παραδείγματα
Nonsense, It takes time and effort to build wealth. 

Ανοησία, χρειάζεται χρόνος και προσπάθεια για να δημιουργηθεί πλούτος.

01

ανοησία, ασυναρτησία

a message that seems to convey no meaning 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nonsenses
02

ασημαντικά διακοσμητικά αντικείμενα, μικροαντικείμενα

ornamental objects of no great value 
01

παράλογος, άσκοπος

lacking in logic, coherence, meaning, or rationality 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonsense
συγκριτικός βαθμός
more nonsense
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His nonsense argument confused everyone. 

Το ανούσιο επιχείρημά του μπέρδεψε όλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store