Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonresident
01
μη κάτοικος, μη μόνιμος κάτοικος
not living in a particular place or owned by permanent residents
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Nonresident
01
μη κάτοικος, άτομο που δεν ζει ή δεν εγκαθίσταται σε μια συγκεκριμένη περιοχή
an individual not living or settled in a particular area
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nonresidents
Παραδείγματα
Property taxes for nonresidents are considerably higher in the seaside community.
Οι φόροι ακίνητης περιουσίας για μη κατοίκους είναι σημαντικά υψηλότεροι στην παραθαλάσσια κοινότητα.
Λεξικό Δέντρο
nonresident
resident
reside



























