nonchalance
non
ˈnɒn
νον
cha
ʃə
σα
lance
ləns
λανσ

Ορισμός και σημασία του "nonchalance"στα αγγλικά

01

αδιαφορία, αμέριμνη συμπεριφορά

a state of being indifferent or unconcerned, often in a calm and casual manner 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Despite the rising tension in the room, Jake displayed remarkable nonchalance, continuing to sip his coffee as if nothing was amiss. 

Παρά την αυξανόμενη ένταση στο δωμάτιο, ο Τζέικ επέδειξε αξιοσημείωτη αδιαφορία, συνεχίζοντας να πίνει τον καφέ του σαν να μην συνέβαινε τίποτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nonchalance
nonchal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store