Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nonchalance
01
αδιαφορία, αμέριμνη συμπεριφορά
a state of being indifferent or unconcerned, often in a calm and casual manner
Παραδείγματα
Her nonchalance about missing deadlines irritated her teammates who worked diligently to finish on time.
Η αδιαφορία της για τις προθεσμίες που χάνονταν ενοχλούσε τους συναδέλφους της που εργάζονταν επιμελώς για να ολοκληρώσουν εγκαίρως.
Λεξικό Δέντρο
nonchalance
nonchal



























