nonce
non
ˌnɒn
non
ce
ˈsi:
si
nance

Ορισμός και σημασία του "nonce"στα αγγλικά

01

περίσταση, παρούσα στιγμή

the present occasion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nonces
02

παιδόφιλος, βιαστής παιδιών

a child sex offender 
Dialectbritish flagBritish
προσβλητικό
Παραδείγματα
The prisoners beat the nonce half to death in the showers. 

Οι κρατούμενοι έδειραν τον παιδόφιλο μέχρι θανάτου στα ντους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store