nonce
nonce
nɑns
naans
/nˌɒnsˈiː/

Ορισμός και σημασία του "nonce"στα αγγλικά

01

περίσταση, παρούσα στιγμή

the present occasion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nonces
02

παιδόφιλος, βιαστής παιδιών

a child sex offender
Dialectbritish flagBritish
Offensive
Παραδείγματα
His friends stopped talking to him once the nonce allegations came out.
Οι φίλοι του σταμάτησαν να του μιλούν μόλις βγήκαν οι κατηγορίες για παιδόφιλο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store