treiben
Pronunciation
/ˈtʀaɪ̯bən/

Ορισμός και σημασία του "treiben"στα γερμανικά

treiben
01

ασκώ, ασχολούμαι

Aktiv etwas ausüben
treiben definition and meaning
Παραδείγματα
Er treibt es zu weit mit seinen Witzen.
Αυτός πηγαίνει πολύ μακριά με τα αστεία του.
02

οδηγώ, ωθώ

Etwas oder jemanden in eine Richtung bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
treibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
treibt
ενεστώτα μετοχή
treibend
απλός αόριστος
trieb
παθητική μετοχή
getrieben
Παραδείγματα
Die Kinder treiben einen Ball durch den Garten.
Τα παιδιά ωθούν μια μπάλα μέσα στον κήπο.
03

σπρώχνω, ωθώ

Jemanden zu etwas bringen
Παραδείγματα
Er wurde in die Armut getrieben.
Καταλήφθηκε στη φτώχεια.
04

σφυρηλατώ, καρφώνω

Mit Kraft in etwas hineinschlagen
Παραδείγματα
Das Messer wurde tief ins Holz getrieben.
Το μαχαίρι χτυπήθηκε βαθιά στο ξύλο.
01

θόρυβος, ζωντάνια

Haben von geschäftiger oder lebhafter Aktivität
das Treiben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Treibens
πληθυντικός τύπος
Treiben
Παραδείγματα
Wir flohen vor dem wilden Treiben.
Δραπετεύσαμε από τον άγριο θόρυβο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store