treiben
treiben
tʁaɪ̯bm
traibm

Ορισμός και σημασία του "treiben"στα γερμανικά

treiben
01

ασκώ, ασχολούμαι

Aktiv etwas ausüben 
treiben definition and meaning
Παραδείγματα
Er treibt jeden Tag Sport. 

Αυτός ασχολείται με τον αθλητισμό κάθε μέρα.

02

οδηγώ, ωθώ

Etwas oder jemanden in eine Richtung bewegen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
treibe
γ΄ ενικό πρόσωπο
treibt
ενεστώτα μετοχή
treibend
απλός αόριστος
trieb
παθητική μετοχή
getrieben
Παραδείγματα
Der Bauer treibt die Kühe auf die Weide. 

Ο αγρότης οδηγεί τις αγελάδες στο βοσκότοπο.

03

σπρώχνω, ωθώ

Jemanden zu etwas bringen 
Παραδείγματα
Die Sorgen treiben ihn in den Wahnsinn. 

Οι ανησυχίες τον οδηγούν στην τρέλα.

04

σφυρηλατώ, καρφώνω

Mit Kraft in etwas hineinschlagen 
Παραδείγματα
Der Handwerker treibt den Nagel in die Wand. 

Ο τεχνίτης σφυροκοπά το καρφί στον τοίχο.

01

θόρυβος, ζωντάνια

Haben von geschäftiger oder lebhafter Aktivität 
das Treiben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Treibens
πληθυντικός τύπος
Treiben
Παραδείγματα
Das Treiben auf dem Markt war laut und bunt. 

Η δραστηριότητα στην αγορά ήταν θορυβώδης και πολύχρωμη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store