Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trennen
[past form: trennte]
01
διαχωρίζω
Etwas auseinandernehmen oder voneinander lösen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
trenne
γ΄ ενικό πρόσωπο
trennt
ενεστώτα μετοχή
trennend
απλός αόριστος
trennte
παθητική μετοχή
getrennt
Παραδείγματα
Bitte trennen Sie den Müll richtig.
Παρακαλώ διαχωρίστε τα σκουπίδια σωστά.
02
χωρίζω, διαλύω
Eine Beziehung oder Verbindung beenden
Παραδείγματα
Wann habt ihr euch getrennt?
Πότε χωρίσατε ;



























