Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trennen
01
διαχωρίζω
Etwas auseinandernehmen oder voneinander lösen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
trenne
γ΄ ενικό πρόσωπο
trennt
ενεστώτα μετοχή
trennend
απλός αόριστος
trennte
παθητική μετοχή
getrennt
Παραδείγματα
Ich trenne die Wäsche nach Farben.
Εγώ χωρίζω τα ρούλα ανά χρώματα.
02
χωρίζω, διαλύω
Eine Beziehung oder Verbindung beenden
Παραδείγματα
Sie haben sich nach zehn Jahren getrennt.
Χώρισαν μετά από δέκα χρόνια.



























