Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nachkommen
01
ακολουθώ, καταδιώκω
Jemanden physisch oder metaphorisch verfolgen
Παραδείγματα
Die Polizei kam den Flüchtenden nach.
Η αστυνομία ήρθε πίσω από τους δραπέτες.
02
ακολουθώ, εκπληρώνω
Mit anderen Schritt halten oder einer Verpflichtung nachgehen
Παραδείγματα
Die Produktion kommt der Nachfrage kaum nach.
Η παραγωγή μόλις ακολουθεί τη ζήτηση.
03
εκτελώ, υλοποιώ
Etwas umsetzen oder ausführen
Παραδείγματα
Kannst du dieser Bitte nachkommen?
Μπορείς να ανταποκριθείς σε αυτό το αίτημα ;
04
ακολουθώ, φτάνω αργότερα
Zu einem späteren Zeitpunkt an denselben Ort kommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
nach
βασικό ρήμα
kommen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
komme nach
γ΄ ενικό πρόσωπο
kommt nach
ενεστώτα μετοχή
nachkommend
απλός αόριστος
kam nach
παθητική μετοχή
nachgekommen
Παραδείγματα
Die Kinder kamen den Eltern nach.
Τα παιδιά ακολούθησαν τους γονείς τους.
Λεξικό Δέντρο
nachkommen
nach
kommen



























