nachhaltig
nach
ˈna:x
nakh
hal
hal
hal
tig
tɪk
tik

Ορισμός και σημασία του "nachhaltig"στα γερμανικά

nachhaltig
01

βιώσιμος, διαρκής

Langfristig wirksam oder umweltfreundlich 
nachhaltig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am nachhaltigsten
συγκριτικός βαθμός
nachhaltiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Nachhaltige Landwirtschaft schützt die Böden. 

Η βιώσιμη γεωργία προστατεύει τα εδάφη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store