Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nachhaltig
01
βιώσιμος, διαρκής
Langfristig wirksam oder umweltfreundlich
Παραδείγματα
Nachhaltiger Konsum wird immer wichtiger.
Η βιώσιμη κατανάλωση γίνεται όλο και πιο σημαντική.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
βιώσιμος, διαρκής