Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Nachhaltigkeit
[gender: masculine]
01
βιωσιμότητα, ανθεκτικότητα
Ein Handeln, das Umwelt, Menschen und Ressourcen langfristig schützt
Παραδείγματα
Bildung fördert das Verständnis für Nachhaltigkeit.
Η εκπαίδευση προωθεί την κατανόηση της βιωσιμότητας.


























