der Nachhaltigkeit
Pronunciation
/ˈnaːχhaltɪçkaɪ̯t/

Ορισμός και σημασία του "nachhaltigkeit"στα γερμανικά

Der Nachhaltigkeit
[gender: masculine]
01

βιωσιμότητα, ανθεκτικότητα

Ein Handeln, das Umwelt, Menschen und Ressourcen langfristig schützt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Nachhaltigkeit
Παραδείγματα
Bildung fördert das Verständnis für Nachhaltigkeit.
Η εκπαίδευση προωθεί την κατανόηση της βιωσιμότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store