Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nachkommen
01
ακολουθώ, καταδιώκω
Jemanden physisch oder metaphorisch verfolgen
Παραδείγματα
Der Hund kam seinem Herrchen treu nach.
Ο σκύλος ακολούθησε πιστά τον ιδιοκτήτη του.
02
ακολουθώ, εκπληρώνω
Mit anderen Schritt halten oder einer Verpflichtung nachgehen
Παραδείγματα
Im Laufen konnte er ihr nicht nachkommen.
Τρέχοντας, δεν μπορούσε να ακολουθήσει.
03
εκτελώ, υλοποιώ
Etwas umsetzen oder ausführen
Παραδείγματα
Sie kam ihrem Versprechen nach.
Αυτή εκπλήρωσε την υπόσχεσή της.
04
ακολουθώ, φτάνω αργότερα
Zu einem späteren Zeitpunkt an denselben Ort kommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
nach
βασικό ρήμα
kommen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
komme nach
γ΄ ενικό πρόσωπο
kommt nach
ενεστώτα μετοχή
nachkommend
απλός αόριστος
kam nach
παθητική μετοχή
nachgekommen
Παραδείγματα
Die Gäste kamen erst eine Stunde später nach.
Οι επισκέπτες ήρθαν μόνο μία ώρα αργότερα.
Λεξικό Δέντρο
nachkommen
nach
kommen



























