Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
führen
01
καθοδηγώ
Jemanden oder etwas in eine bestimmte Richtung bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
führe
γ΄ ενικό πρόσωπο
führt
ενεστώτα μετοχή
führend
απλός αόριστος
führte
παθητική μετοχή
geführt
Παραδείγματα
Der Lehrer führt die Schüler durch das Museum.
Ο δάσκαλος καθοδηγεί τους μαθητές μέσα από το μουσείο.
02
διαχειρίζομαι
Für den Betrieb oder die Organisation von etwas verantwortlich sein
Παραδείγματα
Sie führt ein kleines Café in der Stadt.
Διαχειρίζεται ένα μικρό καφέ στην πόλη.
03
καθοδηγώ, οδηγώ
Etwas gezielt in eine bestimmte Richtung bewegen
Παραδείγματα
Sie führt das Auto vorsichtig um die Kurve.
Αυτή οδηγεί προσεκτικά το αυτοκίνητο γύρω από την καμπύλη.
04
μεταφέρω, κουβαλώ
Etwas bei sich haben und mitnehmen
Παραδείγματα
Er führt immer seinen Ausweis mit sich.
Αυτός πάντα κουβαλάει την ταυτότητά του μαζί του.
05
φέρει (όνομα/τίτλο)
Einen offiziellen Namen oder Titel tragen
Παραδείγματα
Sie führt den Titel "Professorin".
Αυτή φέρει τον τίτλο « καθηγήτρια ».



























