Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
führen
[past form: führte]
01
καθοδηγώ
Jemanden oder etwas in eine bestimmte Richtung bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
führe
γ΄ ενικό πρόσωπο
führt
ενεστώτα μετοχή
führend
απλός αόριστος
führte
παθητική μετοχή
geführt
Παραδείγματα
Wer wird die Gruppe auf dem Ausflug führen?
Ποιος θα οδηγήσει την ομάδα στην εκδρομή ;
02
διαχειρίζομαι
Für den Betrieb oder die Organisation von etwas verantwortlich sein
Παραδείγματα
Er hat das Restaurant zehn Jahre lang geführt.
Διεύθυνε το εστιατόριο για δέκα χρόνια.
03
καθοδηγώ, οδηγώ
Etwas gezielt in eine bestimmte Richtung bewegen
Παραδείγματα
Der Trainer führt das Team zu neuen Erfolgen.
Ο προπονητής οδηγεί την ομάδα σε νέες επιτυχίες.
04
μεταφέρω, κουβαλώ
Etwas bei sich haben und mitnehmen
Παραδείγματα
Die Polizei fragte, ob er Waffen mit sich führte.
Η αστυνομία ρώτησε αν μετέφερε όπλα μαζί του.
05
φέρει (όνομα/τίτλο)
Einen offiziellen Namen oder Titel tragen
Παραδείγματα
Die Organisation führt den offiziellen Titel seit2005.
Ο οργανισμός φέρει τον επίσημο τίτλο από το 2005.



























