Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fördern
01
υποστηρίζω, προάγω
Jemandem oder etwas Ressourcen, Möglichkeiten oder Anreize geben, um Entwicklung oder Wachstum zu ermöglichen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fördere
γ΄ ενικό πρόσωπο
fördert
ενεστώτα μετοχή
fördernd
απλός αόριστος
förderte
παθητική μετοχή
gefördert
Παραδείγματα
Die Stiftung fördert junge Künstler.
Το ίδρυμα υποστηρίζει νέους καλλιτέχνες.
02
εξάγω
Rohstoffe durch Bergbau gewinnen
Παραδείγματα
Die Firma fördert Kohle im Ruhrgebiet.
Η εταιρεία εξάγει άνθρακα στην περιοχή του Ρουρ.



























