Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fördern
[past form: förderte]
01
υποστηρίζω, προάγω
Jemandem oder etwas Ressourcen, Möglichkeiten oder Anreize geben, um Entwicklung oder Wachstum zu ermöglichen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fördere
γ΄ ενικό πρόσωπο
fördert
ενεστώτα μετοχή
fördernd
απλός αόριστος
förderte
παθητική μετοχή
gefördert
Παραδείγματα
Die Regierung fördert erneuerbare Energien.
Η κυβέρνηση προωθεί τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
02
εξάγω
Rohstoffe durch Bergbau gewinnen
Παραδείγματα
Das Unternehmen fördert seit vielen Jahren Erdgas.
Η εταιρεία εξάγει φυσικό αέριο εδώ και πολλά χρόνια.



























